Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

Επικαιρο αρθρο - Πόσο Κρύο Μπορούμε να Αντέξουμε;Γραφει ο Λαζαρος Ρηγος

Γραφει ο Λαζαρος Ρηγος
Το κρύο που μπορεί να αντέξει ο ανθρώπινος οργανισμός προσδιορίζεται από τη διάρκεια και την έκταση της έκθεσης σ αυτό. Ένα γυμνό άτομο αρχίζει να νιώθει το κρύο όταν η θερμοκρασία πέφτει κάτω από τους 25οC και τότε ξεκινούν και οι φυσιολογικές αντιδράσεις του οργανισμού, εκτός αν "ξεγελαστεί" από κάποια ρούχα ή το άναμμα μιας θερμάστρας. Αυτές οι αντιδράσεις
επιτρέπουν σε ένα ενήλικο άτομο να διατηρήσει τη θερμοκρασία του σώματός του σταθερή, σε συνθήκες άπνοιας με θερμοκρασία μεταξύ 0 και +5οC, φορώντας ελάχιστα μόνο ρούχα. Σε πιο κρύο αέρα ή όταν η απώλεια της θερμότητας αυξάνεται από τον άνεμο, από βροχή ή από βουτιά σε κρύο νερό, η θερμοκρασία του σώματος πέφτει γρήγορα και τελικά εκδηλώνεται υποθερμία. Με την προϋπόθεση ωστόσο ότι κάποιος είναι καλά τυλιγμένος με ρούχα, μπορεί να αντέξει το υπερβολικό κρύο. Όμως το κρύωμα των άκρων του σώματος (δάχτυλα χεριών, ποδιών) σε θερμοκρασίες κάτω από τους -0,5οC που είναι και το σημείο ψύξης των ανθρώπινων ιστών, πρέπει να αποφεύγεται.
Είναι γνωστό ότι ο άνεμος επιδεινώνει την επίδραση του κρύου. Ο όρος "wind-chill factor" W.C.F. (παράγοντας ψύξης του ανέμου) προέκυψε από τον Αμερικάνο εξερευνητή Paul Siple για να περιγράψει το γεγονός ότι ο άνεμος αυξάνει το βαθμό της απώλειας θερμότητας του ανθρώπινου σώματος, επειδή απομακρύνει το ζεστό επιφανειακό στρώμα και το αντικαθιστά με κρύο. Μαζί με τον Charles Passel, πραγματοποίησαν μια σειρά πειραμάτων στην Ανταρκτική το 1941.

Σε διαφορετικές θερμοκρασίες και διαφορετικές εντάσεις ανέμου, παρατήρησαν το πόσο γρήγορα πάγωνε το νερό μέσα σε κουτιά από χρησιμοποιημένες κονσέρβες μαγειρεμένων φασολιών. Βρήκαν μια αξιοσημείωτη διαφορά στο συντελεστή ψύξης και δημιούργησαν έναν πίνακα που επιτρέπει να υπολογίζουμε την δύναμη ψύξης του ανέμου.

Σε συνθήκες άπνοιας στους -30οC, υπάρχει μικρός κίνδυνος για κάποιον που είναι κατάλληλα ντυμένος. Αν όμως υπάρχει άνεμος με μια μικρή ταχύτητα (περίπου 15 χλμ/ώρα) τότε η φαινομενική θερμοκρασία πέφτει στους -44οC και το δέρμα παγώνει μέσα σε ένα ή δύο λεπτά. Όταν η ταχύτητα φτάσει τα 40 χλμ/ώρα, τότε η φαινομενική θερμοκρασία φτάνει τους -66οC. Τότε υπάρχει σοβαρός κίνδυνος, με την επιδερμίδα να παγώνει μέσα σε 30 δευτερόλεπτα. Ο παράγοντας W.C.F. μας δείχνει ότι ακόμα και σε θερμοκρασίες περίπου κοντά στο μηδέν υπάρχει κίνδυνος κρυοπαγήματος για τα άκρα.

Για να αποφευχθεί το πάγωμα του δέρματος από τον κρύο αέρα, κανείς χρειάζεται να έχει ζεστό αίμα. Ατυχώς όμως, αυτό έχει το προφανές μειονέκτημα ότι η περισσότερη ζέστη θα χαθεί στο περιβάλλον και το σώμα θα κρυώσει συνολικά. Υπάρχει γι αυτό το λόγο μια ανταλλαγή μεταξύ της απώλειας θερμότητας του σώματος και του παγώματος των περιφερειακών στρωμάτων του δέρματος. Η απώλεια θερμότητας από τα χέρια, τα πόδια, τη μύτη ή τα αυτιά, είναι πολύ μεγάλη επειδή είναι μεγάλη και η αναλογία του εμβαδού τους σε σχέση με τον όγκο τους και τελικά αν η θερμοκρασία του περιβάλλοντος είναι πολύ χαμηλή, αυτά "θυσιάζονται" κι αφήνονται να παγώσουν, προκειμένου να κρατηθεί ο πυρήνας του σώματος ζεστός. Έτσι ενώ χάνουμε κάποια δάχτυλα από κρυοπαγήματα, αυξάνουμε τις πιθανότητες επιβίωσης μας.

Στο υπερβολικό κρύο, ακόμα και με καλή κυκλοφορία του αίματος είναι δύσκολο να αποφύγουμε το πάγωμα του δέρματος. Στους -50οC για παράδειγμα, το γυμνό δέρμα παγώνει σε ένα λεπτό. Οι παγωμένοι άνεμοι μπορούν να παγώσουν τα επιφανειακά στρώματα του δέρματος στην περιοχή των ματιών, όπως συμβαίνει κάποιες φορές στους σκιέρ κατάβασης όταν δεν φορούν γυαλιά-μάσκες. Οι βλεφαρίδες κολλάνε παγώνοντας και μαζί τους κλείνουν και τα μάτια κολλώντας ενώ η παγωμένη ανάσα στους άνδρες σχηματίζει ένα περιδέραιο στα γένια τους. Στο ακραίο κρύο, η ανάσα μετατρέπεται σε παγοκρυστάλλους που τρίζουν ελαφρά καθώς εκπνέουμε, ένα φαινόμενο που αποκαλείται "ψιθύρισμα των άστρων".

Ενώ το μεγαλύτερο μέρος της επιφάνειας του σώματος μπορεί να προστατευθεί από τα ρούχα, τα πνευμόνια είναι αναπόφευκτα εκτεθειμένα στον παγωμένο αέρα. Επειδή ο αέρας καθώς μπαίνει στην αναπνευστική οδό θερμαίνεται, τα πνευμόνια δεν τραυματίζονται από το κρύο. Όμως αν ο αέρας είναι ταυτόχρονα πολύ κρύος και ξηρός, οι κυψελίδες των πνευμόνων που εφάπτονται στην αναπνευστική οδό καταστρέφονται. Πάγωμα πνευμόνων έχει αναφερθεί σε άλογα ή σκύλους αλλά ποτέ σε ανθρώπους που εργάστηκαν στην Ανταρκτική.

Άμεσο κρυοπάγημα μπορεί να συμβεί εάν το γυμνό δέρμα ακουμπήσει μεταλλικές επιφάνειες, επειδή το μέταλλο σαν υλικό έχει εξαιρετική αγωγιμότητα. Στο υπερβολικό κρύο το χέρι μας κολλά αμέσως στο μέταλλο επειδή η υγρασία από τη διαπνοή του δέρματος παγώνει κατευθείαν στην επαφή με το μέταλλο και καθώς τραβάμε το χέρι μας μπορεί να απομείνει πάνω στο μέταλλο ένα κομμάτι από την επιδερμίδα. Μια πρακτική μέθοδος που εφαρμόζεται σε τέτοιες περιπτώσεις σε μέρη όπως η Ανταρκτική, είναι να ουρεί κάποιος το χέρι του προκειμένου να το αποκολλήσει χωρίς επώδυνες επιπτώσεις.

Το νερό εξασθενίζει γρηγορότερα τη θερμότητα του σώματος από ότι ο αέρας και οι ώρες επιβίωσης στο νερό είναι κατά πολύ λιγότερες από τις ώρες επιβίωσης στον αέρα, σε ίδια θερμοκρασία. Επειδή η θάλασσα στην Ανταρκτική έχει μεγάλη περιεκτικότητα σε αλάτι, δεν παγώνει παρά μόνο κάτω από τους -2οC και είναι βέβαιο ότι ακόμα και ένα γυμνό χέρι μπορεί να πάθει κρυοπάγημα αν μείνει για ελάχιστο χρόνο μέσα στο νερό. Τα ψάρια που ζουν σε αυτές τις θάλασσες έχουν κάποιες ουσίες στο αίμα τους που λειτουργούν σαν αντιψυκτικό και αποτρέπουν το σχηματισμό κρυστάλλων.

Όμως και το ελαφρύ κρύο έχει επιπτώσεις στο σώμα. Εξασθενίζει τη λειτουργία του νευρικού συστήματος και μειώνει την ικανότητα των αισθήσεων και την δεξιότητα των χεριών. Η δυσκολία που αντιμετωπίζουμε, όταν για παράδειγμα σε μια κρύα μέρα προσπαθούμε να δέσουμε κορδόνια ή να κουμπώσουμε κάποια ρούχα, οφείλεται στα εξασθενημένα σήματα του εγκεφάλου προς τα δάχτυλα των χεριών. Οι κρύοι μυς λειτουργούν πιο αργά, κάνοντας τα δάχτυλά μας άκαμπτα και αδέξια. Η κρίσιμη θερμοκρασία για τη δεξιότητα των χεριών είναι οι 12οC και για την ευαισθησία της αφής οι 8οC. Το κρύο εξασθενίζει επίσης και τη λειτουργία των αισθητήριων νεύρων που μεταδίδουν τον πόνο, γι αυτό και ανακουφιζόμαστε όταν βάζουμε παγάκια σε τραυματισμένους μυς.

Μια άλλη επίπτωση του κρύου είναι και η αυξημένη παραγωγή ούρων. Η παραγωγή ούρων σχετίζεται άμεσα με τον όγκο των υγρών που κυκλοφορούν στο σώμα. Κάθε αύξηση στον όγκο τους γίνεται αντιληπτή από υποδοχείς πίεσης οι οποίοι και προκαλούν τελικά την παραγωγή ούρων. Όταν ο όγκος του επιφανειακού αίματος μειώνεται εξαιτίας του κρύου, η αρτηριακή πίεση αυξάνεται διεγείροντας τους συγκεκριμένους υποδοχείς. Αλλά σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες, μειώνεται ακόμα και η ικανότητα των νεφρών να παράγουν ούρα. Η αφυδάτωση που προκαλείται από υπερβολική απώλεια υγρών είναι ένα σημαντικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν άνθρωποι, όπως οι ορειβάτες, που είναι εκτεθειμένοι στο κρύο για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΣΧΟΛΙΑ ΥΒΡΙΣΤΙΚΑ ΘΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΝΤΑΙ